Υπέρβαση του Φόβου του θανάτου – Είσοδος στη Ζωή

Όπως λέγεται για τον άνθρωπο, το μόνο βέβαιο γεγονός είναι ο θάνατος. Αυτό, φυσικά, σημειοδοτεί την τεράστια σημασία του θανάτου, αλλά εάν μείνουμε μόνον σε αυτό, μας διαφεύγει μια άλλη σημαντική αλήθεια: ότι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας είναι η ίδια η ζωή. Ζούμε, και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τίποτε. Επομένως, η ζωή και ο θάνατος είναι τα μόνα βέβαια γεγονότα και στην πραγματικότητα είναι απολύτως αλληλένδετα. Δεν μπορεί να υπάρξει θάνατος χωρίς ζωή ούτε ζωή χωρίς θάνατο.

Ο άνθρωπος, ανέκαθεν, αντιμετώπιζε με φόβο τον θάνατο, καθώς ταύτιζε την ύπαρξή του με το υλικό του σώμα, κατά συνέπεια και το τέλος του σώματος με το τέλος της ύπαρξής του. Η επιχειρούμενη υπέρβαση του υλικού σώματος με την κατασκευή ενός υπέρτερου “εγώ”, ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε άλλες οντολογικές αιτίες, απετέλεσε ιδιαίτερη υπαρξιακή-ψυχολογική ανάγκη. Αλλά και πάλι ο φόβος του θανάτου δεν ξεπεράστηκε, διότι η δομή του “ψευδαισθητικού εγώ”, τελικά, δεν προσφέρει εγγυήσεις αθανασίας. Μέσα στην “περιοχή” του “ψευδαισθητικού εγώ”, αυτού του υπαρξιακού ψεύδους, δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή η Οντική Διάσταση της ζωής και η μεταμορφωτική διαδικασία του θανάτου, που στην πραγματικότητα υποστηρίζει την αναβάθμιση της ζωής στην κλίμακα της εξέλιξης και όχι το τέλος της ζωής.

Το ένσαρκο ημισυνειδητό άτομο, εκλαμβάνοντας ως εαυτό το διαμορφωμένο από τα πρώτα χρόνια της ζωής του “ψευδαισθητικό εγώ”, είναι επόμενο να φοβάται τον θάνατο, διότι, κατά κάποιον τρόπο, αντιλαμβάνεται, διαισθάνεται το υπαρξιακό τέλος του “ψευδαισθητικού εγώ”, γεγονός που ούτως ή άλλως θα συμβεί παράλληλα με τη διάλυση του υλικού σώματος. Αυτή η υπαρξιακή ανασφάλεια είναι και ο λόγος για τον οποίο το ημισυνειδητό άτομο είναι αγγιστρωμένο, κρεμασμένο στην κυριολεξία από τις “ψευδαισθητικές εγωικές κατασκευές”. Γενικά, η βασική αιτία αυτής της επίμονης διατήρησης των εγωπροσωπικών συνηθειών με τη μορφή νοητικοψυχολογικών εσωτερικών στάσεων και ανάλογων συμπεριφορών, εκτός από τις εθιστικές εξαρτήσεις, εκτός από τον φόβο της μη αποδοχής ή απόρριψης του “ετέρου” στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι η ανάγκη υποστήριξης των ήδη διαμορφωμένων εγωικών δομών υπό την πίεση του φόβου διάλυσης του “εγώ”. Οι ψυχολογικές και συμπεριφορικές δομές ορθώνονται ως η έσχατη πράξη υπαρξιακής διάσωσης, έστω και ψευδαισθητικής φύσης, στα πλαίσια μιας μορφής προσωρινά καθησυχαστικής αυταπάτης.

Τελικά, ο φόβος του θανάτου μας κάνει να ταυτιζόμαστε παθητικά με ένα “χωριστό εγώ”, έστω και ψευδαισθητικά. Επιχειρούμε να του δώσουμε σταθερότητα μέσα από επίμονες προσπάθειες σταθεροποίησης των διαφόρων αναμνήσεων, αντιλήψεων, θεωρήσεων, επιθυμιών και στάσεών μας. Επιχειρούμε να σταθεροποιήσουμε κάτι που δεν υπάρχει! Και η ειρωνεία είναι ότι το “ψευδαισθητικό εγώ”, εκείνο το υπαρξιακό υποκατάστατο που με τόσες ταραχές “οικοδομήσαμε” προκειμένου να ικανοποιήσουμε βαθύτερες οντολογικές μας ανάγκες, αλλά και να κατασιγάσουμε τον φόβο του θανάτου, μας εμπλέκει σε νέους φόβους θανάτου. Η ίδια η επισφάλεια, η υπαρξιακή αβασιμότητα του “ψευδαισθητικού εγώ” έχει φοβικό χαρακτήρα. Αυτό που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, φοβάται το τέλος του. Μάλλον το άτομο βιώνει τον φόβο της διάλυσης και του τέλους, λόγω της απατηλής ταύτισής του με το “ψευδαισθητικό εγώ”. Από όλα αυτά διαφαίνεται ότι ο υπαρξιακός φόβος του ανθρώπου, ο φόβος διάλυσης της ύπαρξής του, αρχικά συνδέεται με το τέλος της εγωικής του υπόστασης. Όταν, παράλληλα με τον βαθύτερο αρχέγονο οντολογικό φόβο απομάκρυνσης από την Πρωταρχική Πηγή, προβληθεί ατάκτως και το φυσικό ένστικτο αυτοσυντήρησης στην “περιοχή” της ψευδαισθητικής εγωικής αντίληψης, τότε προκύπτει ο ψυχολογικός φόβος της εγωικής διάλυσης. Το ίδιο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τελικά, συνδέεται καθοριστικά με τον φόβο του εγωικού τέλους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σχετικά με το ένστικτο διαιώνισης του είδους. Και αυτός ο φόβος του εγωικού τέλους αποτελεί ανθρώπινο οντολογικό “προνόμιο”, φυσικό και αναγκαίο εξελιξιακό δρώμενο, άγνωστο σε όλες τις μορφές του ζωικού βασιλείου.

Μόνον όταν το άτομο είναι συνειδητό, βιώνει τη Συλλογική Συνειδητότητα, τη λυτρωτική δύναμη της Αγάπης και έχει επίγνωση της Οντότητάς του, ανεξάρτητα από τον ονειρικό κόσμο των διαφόρων ψευδεπίγραφων εαυτών και των συνεχώς αναδυόμενων “εγωικών προσωπείων”, δεν υπόκειται στον φόβο του τέλους. Ο θάνατος είναι παρών όχι ως υπαρξιακός όλεθρος αλλά ως δύναμη μεταμόρφωσης και υπαρξιακής αναβάθμισης, ενώ, ταυτόχρονα, το εξελισσόμενο άτομο έχει απαλλαγεί και από τον αρχέγονο φόβο της πρωτογενούς διαίρεσης και “οντολογικής μοναξιάς”.

[Ιωάννης Συλλαϊδής]

123