Τα τρία πηγάδια

Η Επικοινωνιακότητα του Αναζητητή

Στις συζητήσεις για πνευματικά ή αποκαλούμενα “μεταφυσικά” ζητήματα συνήθως οι συνομιλητές, θεωρητικά και ψυχολογικά, πέφτουν τουλάχιστον σε ένα από τα εξής τρία “πηγάδια” συσκότισης και νοητικής σύγχυσης αντιλήψεων:

1. Πηγάδι της “συμφωνίας”

Πίσω από την αυτόματα, “μηχανικά” εκδηλούμενη ψυχολογική ανάγκη και την επίμονη αυτήν επιθυμία μας να συμφωνήσουμε, με έναν ή με περισσότερους, για κάποια υποτιθέμενη αξία ή αλήθεια, κρύβεται ο υπαρξιακός φόβος και η ψευδοοντολογική ανάγκη να ενισχύσουμε το “ψευδαισθητικό εγώ”, τη φανταστική εκείνη, αβάσιμη παροδική ταυτότητα με την οποία έχουμε υποκαταστήσει τον Αληθινό μας Εαυτό, λόγω έλλειψης αυτογνωσίας. Ο φόβος εγωικής αποσταθεροποίησης της ύπαρξής μας είναι φόβος προσωπικής ανεπάρκειας, ο οποίος μας εξωθεί σε επιχειρήσεις απόδειξης ή επιβολής της προσωπικής μας “αυθεντίας”.

Η “συμφωνία” είναι συνήθως αρεστή, διότι φαίνεται να επιβεβαιώνει την υποτιθέμενη ορθότητα της δικής μας αντίληψης. Οι μετοχές της προσωπικής εγκυρότητας αυξάνονται, καθώς μας επιβεβαιώνουν έμμεσα και οι άλλοι συμφωνούντες στις απόψεις μας.

«Συμφωνώ μαζί σου», αποδεχόμενος παθητικά την άποψή σου, αυτοπροβάλλομαι “μηχανικά”, και αυτό σημαίνει παραιτούμαι, κλείνω τα μάτια μου και τα αυτιά μου, δεν παρατηρώ ανεξάρτητα, δεν ερευνώ αληθινά, και επαναπαύομαι, αδρανής πνευματικά, σε μια στατική και αποστειρωμένη θεώρηση που ψευτοκαλύπτει και εφησυχάζει προσωρινά.

Η “συμφωνία” είναι η πλέον συμπαθής και δυσδιάκριτη στην πλανερή της επίδραση περίπτωση.

2. Πηγάδι της “διαφωνίας”

Στην περίπτωση της διάθεσής μας, της συνειδητής ή υποσυνείδητης ψυχολογικής ροπής να διαφωνήσουμε, κρύβεται επίσης η ίδια ανάγκη ενίσχυσης του “ψευδαισθητικού εγώ”, το οποίο η Οντότητά μας, λόγω άγνοιας και πλάνης, επενδύεται περιστασιακά.

Συχνά διαφωνούμε σθεναρά, και πολλές φορές έντονα, στις συζητήσεις μας για φιλοσοφικά αλλά και για γενικότερα ζητήματα, προσπαθώντας να αποδείξουμε την ορθότητα των απόψεών μας, ενίοτε βίαια, και τελικά με αυτόν τον τρόπο να αποδείξουμε έμμεσα την εγκυρότητα της προσωπικής μας αυθεντίας. Η αίσθηση του εγωιστικού εαυτού ορθώνεται απειλητικά, προκειμένου να διεκδικηθεί η στερεότητα του προσωπικού εδάφους ύπαρξης μέσω της “διαφωνίας”, που γι’ αυτούς τους λόγους είναι αρεστή, αλλά μονομερώς, από την πλευρά του διαφωνούντος.

«Διαφωνώ μαζί σου» αντιδρώντας αρνητικά στην άποψή σου, επίσης αυτοπροβάλλομαι “μηχανικά”, και αυτό υποδηλώνει υπαρξιακή αγωνία και απληστία, νοητική και προσωπική διεκδίκηση δήθεν κεκτημένων, μέσω διαχωρισμού και σύγκρουσης, προς χάριν της αυτοεπιβεβαίωσης.

Η “διαφωνία” διακρίνεται εύκολα ως προς την αρνητική της φύση.

3. Πηγάδι της Υποτιθέμενης “Αντικειμενικής Ερευνητικής Συζήτησης”

Όταν γίνει αντιληπτό ότι ούτε η “συμφωνία” ούτε η “διαφωνία” οδηγούν σε τίποτε δημιουργικό, αλλά, επί πλέον, ενισχύουν έναν παθητικό ή ψυχροπολεμικό εγωισμό και καλύπτουν απλώς τις ανασφάλειές μας, τότε προκύπτει η πρόταση της ανεξάρτητης και ανεπηρέαστης από τάσεις “συμφωνίας” ή “διαφωνίας” “αντικειμενικής ερευνητικής συζήτησης”. Αυτές οι συζητήσεις κινούνται συνήθως σε ένα πλαίσιο επιφανειακής νοητικής έρευνας μέσα από περιορισμένες, τυποποιημένες σκεπτοδιαδικασίες και μηχανικές-τυποποιημένες ανταλλαγές απόψεων. Εδώ τώρα αναδεικνύεται το στατικό περιεχόμενο της συσσωρευμένης γνώσης με τη μορφή εννοιολογικών περιγραφών κ.τ.λ.· δηλαδή πρόκειται για μια αναθεωρημένη επιβεβαίωση του ήδη γνωστού, με μικροπαραλλαγές, χωρίς τίποτε αληθινά καινούργιο. Όμως, και σε αυτήν την περίπτωση, κατασιγάζεται προσωρινά μόνον η υποβόσκουσα ψυχολογική μας ανάγκη να επιβεβαιώσουμε ένα είδος προσωπικής ανώτερης οντότητας. Γι’ αυτό και η υποτιθέμενη “αντικειμενική συζήτηση-έρευνα” είναι αναλόγως αρεστή. Αυτή είναι και η πλέον παραπλανητική περίπτωση, σχεδόν καθόλου διακριτή.

Φυσικά, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι θα πρέπει κανείς να αποφεύγει να συμφωνεί με τους άλλους, αντιδρώντας απορριπτικά ή παριστάνοντας τον μοναδικό γνώστη, ούτε ότι θα πρέπει, για λόγους αποφυγής της διαφωνίας, να απορρίπτει και να μην εκφράζει ελεύθερα την προσωπική του θεώρηση. Αντίθετα, είναι ιερή ανάγκη του Όντος του να αντιλαμβάνεται με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο και να εκφράζεται ανάλογα, διότι από αυτό ακριβώς εξαρτάται η συνειδησιακή του εξέλιξη.

Σε αυτήν την περίπτωση –τρίτο “πηγάδι”– δεν υπονοείται ότι είναι αδύνατη ή ανώφελη η έρευνα της πραγματικότητας. Χωρίς παρατήρηση και προσεκτική έρευνα, προς κάθε κατεύθυνση, με όλες τις αντιληπτικές μας ικανότητες, και πάλι είναι αδύνατη η συνειδησιακή μας εξέλιξη αλλά και η ζωντανή επικοινωνία, η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών με τους συνανθρώπους μας, στις περιπτώσεις σχετικών συζητήσεων. Εκείνο που τονίζεται εδώ, και χρειάζεται να αποφύγουμε, είναι οι φθοροποιές ψυχολογικές εμπλοκές λόγω ατομιστικής εμπάθειας και ο ακατάλληλος τρόπος έρευνας και συνεννόησης, που είναι οι δύο βασικές αιτίες σύγχυσης αντιλήψεων, αυτοπεριορισμού, ασυνεννοησίας, σύγκρουσης και έλλειψης υγιούς και δημιουργικής επικοινωνίας.

Και τα τρία αυτά “πηγάδια” συσκότισης και νοητικής σύγχυσης αντιλήψεων κατά τις σχετικές συζητήσεις, μας δεσμεύουν σε ψυχολογικές κινήσεις φαινομενικά ήρεμης, ενίοτε και μανιώδους υποστήριξης και διαφύλαξης των εκάστοτε “μηχανικά” αναδυόμενων “ψευδαισθητικών εγωικών προσωπείων” και σε νοητικούς περιορισμούς μονομερών θεωρήσεων. Όλη αυτή η κατάσταση από τη φύση της είναι νοσηρή. Παραμένουμε σε βαθύ “πνευματικό ύπνο”, συντηρώντας ταυτόχρονα τα κάγκελα της προσωπικής μας νοητικής και ψυχολογικής φυλακής. Και στις τρεις περιπτώσεις πρόκειται για κινήσεις αυτοανάκλασης-“μηχανικής” αυτοεπιβεβαίωσης, σε ένα επίπεδο ασαφούς, ανασφαλούς, συνεχώς μεταβαλλόμενου φανταστικού είναι, καθώς, υπό αυτές τις συνθήκες, αγνοείται και δεν εκδηλώνεται το Αληθινό, φωτεινό Είναι μας.

[Κείμενο του Ιωάννη Συλλαϊδή, υπευθύνου των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος», από το βιβλίο του «Ο Δρόμος της Γαλήνιας Αναζήτησης»]

gram

123