Προσευχή και Αυτεπίγνωση

Η Φύση και το Αντικείμενο της Προσευχής

Συχνά η Προσευχή συγχέεται με τον διαλογισμό, ενώ πρόκειται για δύο διαφορετικές ενέργειες του ανθρώπου. Εν τούτοις, η Προσευχή και ο διαλογισμός ενίοτε λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Από την Προσευχή μπορεί να υπάρξει ώθηση και είσοδος της συνείδησης στον διαλογισμό, και αντίστροφα. Τελικά, η Προσευχή και ο διαλογισμός, σε συνδυασμό, αποτελούν μία ολοκληρωμένη προσέγγιση προς τη Θεία Πραγματικότητα.

Η Προσευχή είναι συνειδητή πνευματική κίνηση και όχι κατάσταση. Στην πορεία της, βέβαια, μπορεί να βιώνονται παράλληλα πολλές σχετιζόμενες καταστάσεις, προερχόμενες είτε από την εσωτερική στάση του προσευχομένου είτε από ρεύματα ανώτερων Οντικών ανταποκρίσεων. Η συνειδησιακή κίνηση της Προσευχής, στη φύση της, είναι κίνηση επικοινωνίας του ανθρώπου με την Πνευματική Πηγή του, με τον απώτατο Εαυτό. Στην ουσία πρόκειται για κίνηση επαφής με την καρδιά των Πάντων, με το Θείον Είναι.

Ως κίνηση επικοινωνίας η Προσευχή μπορεί να έχει συγκεκριμένο αντικείμενο ή να μην έχει. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα της Προσευχής εντάσσονται σε τρεις βασικές κατηγορίες:

  1. Αίτησης
  2. Ευχαριστίας
  3. Μέθεξης στο Θείον Είναι

Αυτεπίγνωση

Η Προσευχή, ως ενέργημα Πνευματικής τάξης, αναπτύσσεται και λειτουργεί με τη συνειδητή παρουσία του Ατομικού Εγώ. Αυτό σημαίνει ότι το προσευχόμενο άτομο έχει φροντίσει πρωτοβουλιακά να απαλλαγεί από τη φασαρία των μηχανικών σκεπτοδιαδικασιών και από τις παθητικές ψυχολογικές ροπές, οι παρεμβολές των οποίων διασπούν την αυτεπίγνωση. Η αυτοσυνειδησία ή αυτοπαρουσία ή αυτεπίγνωση είναι και η αφετηρία κάθε ελεύθερου Οντικού ενεργήματος, όπως είναι και η Πνευματική κίνηση της Προσευχής. Όταν υπάρχει αυτεπίγνωση, η αντίληψη δεν προσκολλάται σε κανένα “ψευδαισθητικό προσωπείο”, σε κανέναν χωριστό, απομονωμένο “εαυτό”, και τότε δεν διασπάται η συνειδητότητα του ατόμου από το διαιρετικό διάζευγμα «προσευχόμενος και Θεός ως “έτερον”». Άνθρωπος και Θείον βιώνονται ως ένα.

Βασική προϋπόθεση για την πράξη της Προσευχής, επομένως, είναι η αυτεπίγνωση, όπου το Ατομικό Εγώ είναι, έστω και μερικώς, απαλλαγμένο από τη λήθη του ίδιου του τού Είναι, είναι “συντονισμένο” εν εαυτώ.

Ο συντονισμός επιτυγχάνεται σε συνθήκες εσωτερικής ηρεμίας, αρχικά με τη συγκέντρωση, η οποία και μας απαλλάσσει από τις χονδροειδείς διασπάσεις που προκαλούνται από τη νοητικοσυναισθηματική φασαρία. Εν συνεχεία χρειάζεται να απαλλαγούμε από την ατομιστική κίνηση της ίδιας της συγκέντρωσης, από την κίνηση της συνειδητότητας γύρω από οποιοδήποτε ψευδοεγωικό κέντρο τείνει να αναδυθεί ως νοητικό μόρφωμα. Και αυτή η απαλλαγή από την αυτόματη και επίμονη επαναληπτική εμφάνιση του νοητικού μορφώματος που αυτοπροβάλλεται ως «εγώ ο προσευχόμενος» είναι η πιο σημαντική αφαιρετική κίνηση-προϋπόθεση για την πράξη της Προσευχής. Η νοητική εικόνα του “προσευχομένου” –καμία σχέση με την αυτεπίγνωση και την επίγνωση της καθαρής συνειδητής πράξης της Προσευχής– προβάλλει, “κατασκευάζει” πάλι νοητικά την “απόσταση” που απατηλά αισθανόμαστε ότι υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και στο Θείον. Η απαλλαγή της αντίληψης από την έννοια, την εικόνα, την ονειρική αίσθηση αυτής της “χωρικής απόστασης” είναι επίσης μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την Προσευχή. Αντίστοιχα ισχύουν και για τη “χρονική απόσταση”. Η ιδέα ή η αίσθηση ότι η Προσευχή ως επικοινωνία με το Ανώτερο… θα ακολουθήσει, επίσης αναβάλλει και μεταθέτει το γεγονός της Προσευχής σε ένα υποθετικά και φυσικά ανύπαρκτο, απραγματοποίητο μέλλον. Η Προσευχή ανθίζει μόνον στο συνειδητό παρόν! Και αυτό είναι φυσικό, καθώς η αληθινή Φύση του Όντος-Ανθρώπου και του Θείου είναι παρούσα και ζώσα μόνον στο άχρονο παρόν.

Η συνειδησιακή υπέρβαση των χωρικών και των χρονικών “αποστάσεων” ακολουθεί την επίσης συνειδησιακή υπέρβαση του ψευδαισθητικού διαζεύγματος “εγώ” και το “έτερον”, σχετικά με το ανθρώπινον και το Θείον. Η καταλυτική αυτή υπέρβαση συντελείται άμεσα όταν μέσα από ολική προσοχή γίνεται καθαρά αντιληπτό το γεγονός ότι αυτές οι “αποστάσεις” δεν είναι τίποτε άλλο παρά εννοιολογικά, νοητικομορφικά κατασκευάσματα-αυθυποβαλλόμενες φοβικές επινοήσεις, στα πλαίσια της ατέρμονης αναδόμησης και συντήρησης του απομονωμένου “ψευδαισθητικού εγώ”.

Συμπύκνωση της Ψυχικής Ενέργειας

Στην πράξη της Προσευχής, καθώς έχει προηγηθεί η αυτεπίγνωση, η αυτοσυνείδητη στάση του προσευχομένου, ακολουθεί η εργασία της “συγκέντρωσης” – άσχετη από τη νοητική συγκέντρωση. Πρόκειται για τη συγκέντρωση ή τη συμπύκνωση της περιβόητης αστρικής ή ψυχικής ενέργειας, που στην προκειμένη περίπτωση είναι το ατομικό ψυχικό ρεύμα – “μέρος” του Παγκοσμίου Ψυχικού Ρεύματος ή “αστρικού”. Αυτή η ψυχική “ενέργεια” δεν είναι Πνευματικής φύσης ούτε ακριβώς υλικής, με την έννοια της γνωστής χονδροειδούς υλοενέργειας. Πρόκειται για υπέρλεπτη “ύλη” ή “ενέργεια”, εάν θέλετε, η οποία δεν είναι ανιχνεύσιμη άμεσα με τα συνήθη μέσα επιστημονικής παρατήρησης και έρευνας.

Το γνωστό στις Εσωτερικές Διδασκαλίες “αστρικό” ή “αστρικό ρεύμα” ή “αιθερικό” θεωρείται ένα ενδιάμεσο στοιχείο μεταξύ Πνεύματος και ύλης, είτε σε ατομικό είτε σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο βασικός ρόλος του είναι η επικοινωνία μεταξύ Υλικού και Πνευματικού Κόσμου. Πρόκειται για έναν ενδιάμεσο γεφυρωτικό παράγοντα με συγκεκριμένες δομικές υποκλιμακώσεις, ο οποίος, λόγω της ιδιαίτερα “ρευστής”, λεπτοφυούς φύσης του και της δυνατότητάς του να “άπτεται” του Πνεύματος, αλλά και να διεισδύει στην πυκνή ύλη, λειτουργεί ως μέσον επικοινωνίας ή και ως “όχημα” μετακίνησης μεταξύ των δύο αυτών, από τη φύση τους ασύμβατων, στοιχείων: της ύλης και του Πνεύματος, του Υλικού και του Πνευματικού Κόσμου.

[Κείμενο του Ιωάννη Συλλαϊδή, υπευθύνου των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος», από το βιβλίο του «Ο Δρόμος της Γαλήνιας Αναζήτησης»]

123