Επίγνωση: Το Πνευματικό Δώρο του Διαλογισμού

Η παρατήρηση, η προσοχή και ο διαλογισμός αποτελούν πνευματικές κινήσεις της ίδιας της Αντίληψης. Είναι εκδηλώσεις του Οντικού Πνευματικού Δυναμικού του ανθρώπου, οι οποίες, αυθόρμητα παρούσες και σε άμεση, απρόσωπη, ελεύθερη δράση, γίνονται πύλες της καθαρής επίγνωσης. Ωστόσο, η επίγνωση συμπίπτει με την κίνηση της προσοχής και του αγνού διαλογισμού – δεν έπεται αυτών. Ο όρος «επίγνωση», παρά το ότι αναφέρεται στην έννοια της «γνώσης», δεν σχετίζεται με την τυπική, πληροφοριακή, περιγραφική, αθροιστική γνώση αλλά με την αυτεπίγνωση ή Εαυτοεπίγνωση, με την αυτοαντίληψη ή Εαυτοαντίληψη, σε ένα πρωταρχικό της επίπεδο.

Στην επίγνωση ή στην αυτοαντίληψη δεν υπάρχει, δεν βιώνεται κανένας “δυϊστικός εαυτός”· δεν αναδύεται στη συνειδητότητα κάποια οντότητα που έχει επίγνωση ούτε κανένα αντικείμενο επίγνωσης. Πρόκειται για την αποκαλούμενη ανεπίγνωστη επίγνωση ή Εαυτοεπίγνωση, όπου δεν υπάρχει κανένας που να σκέπτεται και να λέει «έχω επίγνωση του εαυτού μου». Σε κάθε μορφή δυϊστικής θεώρησης δεν υπάρχει καθαρή επίγνωση.

Ο παρατηρητής δεν μπορεί να παρατηρήσει τον παρατηρητή, η σκέψη δεν μπορεί να παρατηρήσει, να σκεφτεί τη σκέψη που σκέπτεται ή, μάλλον, ο σκεπτόμενος δεν μπορεί να σκεφτεί τον σκεπτόμενο, εάν δεν τον εικονοποιήσει, εάν δεν τον μετατρέψει φαντασιακά σε μία άλλη σκέψη-εικόνα του σκεπτομένου. Σε κάθε περίπτωση, ο ερευνητής δεν μπορεί να αυτοερευνηθεί εάν παραμείνει μόνον στη θέση αυτού του ερευνητή. Εάν επιμείνει, θα πρέπει αναγκαστικά να… “διπλασιαστεί”! Και αυτός ο διπλασιασμός μοιραία θα έχει σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική αστοχία του παρατηρητή: το παρατηρούμενο θα απουσιάζει παντελώς από το πεδίο παρατήρησης. Η ψευδαισθητική ταύτιση του παρατηρητή με τις σκέψεις που κάνει για τον ίδιο τον παρατηρητή, προκαλεί τον διαχωρισμό “εαυτού” και “παρατηρητή”, ενώ δεν υπάρχει καμία τέτοια δισυπόστατη πραγματικότητα.

Για να γίνει αντιληπτός ο ιδιαίτερος τρόπος του σκέπτεσθαι και του συγκεκριμένου αντιλαμβάνεσθαι, χρειάζεται να υπάρξει παρατήρηση από έξω, πέρα από αυτήν τη διεργασία, από μία άλλη διάσταση θεώρησης και αντίληψης. Αυτό σημαίνει υπέρβαση, διεύρυνση θεώρησης και αντιληπτική ανεξαρτησία από τον υπάρχοντα τρόπο αντίληψης των πραγμάτων.

Φυσικά, και για την επίγνωση Εαυτού ή του Είναι, για την καθαρή αυτεπίγνωση, αυτοαντίληψη, κάθε απόπειρα πραγμάτωσής της μέσω της σκέψης, των λέξεων, των ονομάτων, στοιχείων της μνήμης, του μηχανισμού παραγωγής εικόνων-υποκαταστάτων των πραγμάτων, θα είναι συντριπτικά άστοχη, αλλά και θα οδηγήσει σε παραπλανητικά, ψευδαισθητικά φαινόμενα και συμπεράσματα. Όσο η αντίληψή μας ταυτίζεται με τις συνήθεις σκεπτοδιαδικασίες, που είναι προσκολλημένες στα παγιωμένα πρότυπα κοσμοαντίληψης και εγωαντίληψης, τόσο απομακρυνόμαστε από την επίγνωση του συνειδητού μας Όντος, τόσο ο Εαυτός είναι άδηλος.

Η επίγνωση επίσης δεν είναι επιφανειακή κατάσταση και επομένως δεν είναι δυνατόν να βιωθεί από κάποιον βιώνοντα παρατηρητή-ερευνητή ο οποίος παρατηρεί, ερευνά εξ αποστάσεως μια κατάσταση. Αυτός που έχει επίγνωση, στην πραγματικότητα δεν έχει επίγνωση – είναι η επίγνωση· και το είναι, από τη φύση του μη προβαλλόμενο σε κανέναν “απέναντι χώρο”, δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθεί ούτε να ερευνηθεί. Στην καθαρή αυτεπίγνωση δεν αναδύεται στη συνειδητότητα η τριπλότητα «παρατηρητής-ερευνητής – παρατήρηση-έρευνα – παρατηρούμενο-ερευνώμενο αντικείμενο»: και τα τρία είναι αντικείμενα παρατήρησης του αφανούς παρατηρητή – οι ονειρικές οπτασίες παρατηρητής και παρατηρούμενο δεν έχουν χωριστή υπόσταση, δεν προκύπτει η κίνηση καμίας μορφής διαιρετικής παρατήρησης.

Στην καθαρή ανεγωική, απροκατάληπτη παρατήρηση, η ίδια η παρατήρηση, ελεύθερη από μορφοποιητικές δραστηριότητες, συνδέει και ενοποιεί τον παρατηρητή με το παρατηρούμενο. Υπάρχει ενωτική αντίληψη όταν το Όλον βλέπεται απ’ ευθείας ως Όλον και όχι μέσω του απομονωμένου μέρους. Διαφορετικά, η παρατήρηση, εμπλεκόμενη με τους εγωικούς περιορισμούς, γίνεται διαιρετική κίνηση, διαιωνίζοντας το υπαρξιακό δράμα της χωριστικότητας του ατόμου και τον άτακτο εγκλεισμό του στο κάστρο του φοβικού, “ψευδαισθητικού εγώ”.

Η επίγνωση δεν είναι πνευματική κίνηση, όπως η παρατήρηση, η προσοχή, η ενατένιση και ο διαλογισμός· δεν δημιουργείται από κανέναν άλλον παράγοντα ή δράση – απλά, αυτοϋπάρχει, ακτινοβολεί, φωτίζει ολόκληρο το συνειδησιακό πεδίο ως Οντική Παρουσία, λόγω απουσίας της οντολογικής λήθης. Στην επίγνωση ο άνθρωπος έχει παύσει να “ξεχνάει” τον Εαυτό του, όχι στο πλαίσιο της εξωτερικής, επιλεκτικής και αθροιστικής μνήμης αλλά σε οντολογικό επίπεδο, καθώς απουσιάζουν οι “παθητικές κινήσεις” προσκόλλησης και ταύτισης στα ψευδεπίγραφα, παροδικά εγωικά προσωπεία.

Συνήθως δεν μπορεί κανείς να έχει επίγνωση, ούτε να βρίσκεται σε κατάσταση επίγνωσης, διότι η επίγνωση δεν “έχει” και δεν “βλέπει” κάποιο αντικείμενο σε κάποιο “εκεί απέναντι”, ούτε αποτελεί συνειδησιακή εμπλοκή του ατόμου σε μεταβαλλόμενες καταστάσεις.

Ωστόσο, μέσα στη ρύμη του λόγου, είναι δυνατόν η επίγνωση, όπως η προσοχή κ.ά., να αναφερθεί καταχρηστικά ως κατάσταση· π.χ.: «αυτός έχει προσοχή ή επίγνωση» ή «είναι σε κατάσταση προσοχής ή επίγνωσης» κ.ά. Τελεσίδικα, όμως, το “έχειν” και “βρίσκεσθαι”, ως δυαδικές έννοιες οι οποίες περιγράφουν φαινομενικά και συμβατικά γεγονότα, εάν δεν είμαστε αρκετά προσεκτικοί, παραποιούν εντελώς την έννοια της επίγνωσης, που είναι η ατόφια εαυτοπαρουσία του Οντικού Είναι.

Η επίγνωση υπάρχει με φυσικό τρόπο όταν το ενσυνείδητο Ον “κατοικεί εν εαυτώ” και δεν βρίσκεται αλλού γι’ αλλού, μέσα στους παραισθητικούς δαιδάλους των προσκολλήσεων, στους “ψευδαισθητικούς εαυτούς” με τα ατομιστικά τους ενδιαφέροντα και τις παθογένειες του πολυπρόσωπου “ψευδαισθητικού εγώ”. Ανεξάρτητα από την καθαρή επίγνωση του Είναι, το Ον-Άνθρωπος ζει και εξελίσσεται μέσα από τη βίωση ποικίλων αντιληπτικών καταστάσεων, οι οποίες είναι και αντίστοιχες του γενικότερου συνειδησιακού του επιπέδου.

[Κείμενο του Ιωάννη Συλλαϊδή, υπευθύνου των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος», από το βιβλίο του «Ο Δρόμος της Γαλήνιας Αναζήτησης»]

123