Η σχετικότητα των αισθήσεων

Με την ενσάρκωσή μας στον Υλικό Κόσμο είναι φυσικό να περιορίζεται η αντίληψή μας, λόγω της πυκνότητας αυτού του επιπέδου ύπαρξης και εξελισσόμενης συνειδητότητας.

Τα πρώτα βασικά αντιληπτικά αισθητήρια, δυναμικά στη φύση τους και στη λειτουργία τους, που από το ξεκίνημα της ένσαρκης ζωής κινητοποιούνται, είναι οι σωματικές ή φυσικές αισθήσεις. Αυτές οι αισθητηριακές ικανότητες δεν πηγάζουν, όπως συνήθως νομίζεται, από το υλικό σώμα, αλλά, σύμφωνα και με τα προλεχθέντα, σε σχέση με τις κλιμακώσεις της συνειδητότητας, αποτελούν μορφές παρουσίας και εγκατάστασης του ίδιου του Ατομικού μας Πνεύματος ως Φύσης Αντίληψης και οι οποίες είναι ανάλογες με τις συνθήκες ύπαρξης στον Υλικό Κόσμο.

Η ίδια η Αντίληψη, το καθαρό Πνεύμα ή Νους, προβάλλεται, δρα και αντανακλάται επί του υλικού σώματος με τη μορφή των γνωστών μας αισθητηριακών ικανοτήτων. Οι πέντε αισθήσεις, τελικά, στη λειτουργία τους, είναι τρόποι έκφρασης του Πνεύματος-Νου μέσα στον Κόσμο της Ύλης· γενικότερα, είναι μία μορφή “υλικής” αντίληψης του Πνεύματος, υφισταμένη εκ των πραγμάτων τους σχετικούς περιορισμούς της Ύλης. Η αισθητηριακή αισθαντικότητα εκδηλώνει τις μορφές του αντιλαμβάνεσθαι στο πεδίο του υλικού μας σωματικού κόσμου.

Πλέον συγκεκριμένα, και από λειτουργική άποψη, τα σωματικά αισθητήρια όργανα μεταφέρουν στον εγκέφαλό μας ένα μικρό μέρος πληροφοριών για την υφή, την υποδομή και τις επικρατούσες συνθήκες του περιβάλλοντος Κόσμου. Οι πληροφορίες αυτές, σε ένα επίσης πολύ μικρό μέρος τους, επεξεργαζόμενες από τα αρμόδια νευρικά κέντρα του εγκεφάλου, μας προσφέρουν μια σχετική εικόνα του κόσμου, αρκετά πλήρη και κατάλληλη για την επιβίωσή μας, δραματικά ελλιπή όμως και παραπλανητική για την κατανόηση της αληθινής φύσης της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζούμε. Οι αισθήσεις μας, τελικά, δεν είναι ανεξάρτητες, δεν διαχωρίζονται από τον εγκέφαλο· αποτελούν δικές του λειτουργίες. Για παράδειγμα, το μάτι δεν βλέπει –«νους ορά, νους ακούει»– αλλά υποδέχεται τα φωτόνια, που έχουν ήδη προσκρούσει στα περιβάλλοντα αντικείμενα, τα οποία και κατά κάποιον τρόπο έχουν “ψαύσει”, έχουν “ανιχνεύσει”, έχουν “γευτεί”, τουλάχιστον ως προς τα επιφανειακά χαρακτηριστικά της μορφής τους, και έχουν “κρατήσει” τις σχετικές πληροφορίες. Τα “ευαίσθητα” φωτόνια, με την εν συνεχεία επόμενη πρόσκρουσή τους στον οφθαλμό, εναποθέτουν εκεί τις διαθέσιμες πληροφορίες με τη μορφή “δονητικών αποτυπωμάτων”. Αυτά τα “δονητικά αποτυπώματα” προκαλούν οπτικά ερεθίσματα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού, τα οποία και μεταφέρονται δια μέσου του οπτικού νεύρου με τη μορφή ηλεκτρικών παλμών στα αρμόδια για την όραση ερμηνευτικά κέντρα του εγκεφάλου. Σε αυτές τις εγκεφαλικές περιοχές γίνεται η τελική επεξεργασία του εσοδευμένου οπτικού “υλικού”, αυτών των ηλεκτρικών παλμών, τα οποία μεταφράζονται, μορφοποιούνται σε ανάλογη εικόνα του αντικειμένου που, ψευδαισθητικά, νομίζουμε ότι “είδαμε”. Δεν είδαμε το πραγματικό αντικείμενο αυτό καθ’ εαυτό αλλά την εικόνα-περιγραφή που έχει “φιλοτεχνήσει” ο εγκέφαλός μας για το αντικείμενο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε όλες τις άλλες φυσικές αισθήσεις.

Περνώντας σε επίπεδο οντολογικής θεώρησης, από την προσεκτική εξέταση του «μηχανισμού» διαμόρφωσης των αισθητηριακών αντιλήψεων, σε σχέση με τον εσωτερικό μας κόσμο ειδικότερα, προκύπτει ένα εκπληκτικό έδαφος αυτογνωσίας και κοσμογνωσίας.

Κατ’ αρχάς, εκείνο που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις συνολικές αισθητηριακές επεξεργασίες είναι μόνον «αποδόσεις» της ίδιας της αισθητικότητάς μας. Και η αισθητικότητά μας είναι ο υποκειμενικός ιδιόμορφος τρόπος με τον οποίον εμείς προσδίδουμε χαρακτηριστικά και ιδιότητες στα αντικείμενα της παρατήρησής μας, πάντα σε σχέση με τη δικιά μας ιδιόμορφη ύπαρξη, ως προς τις δομές, τις ιδιότητες, τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά,  τις προκύπτουσες σχετικές ενδογενείς λειτουργίες και τις επίσης ενδογενείς αντιληπτικές δυναμικές.

Οι ιδιαίτερες γεύσεις, τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρουδιές κ.ά. αποτελούν εμπειρικά «προϊόντα» τα οποία προκύπτουν από τη δική μας ιδιόρρυθμη προσέγγιση  στα σχετικά αντικείμενα και από την τελική αισθαντική και γενικότερη αντιληπτική ανταπόκρισή μας στην ιδιαίτερη φύση των αντικειμένων. Στην πραγματικότητα, αυτό που αποκαλύπτεται συνειδησιακά είναι οι υποκειμενικές μορφές του εξωτερικού και εσωτερικού τρόπου θεώρησής μας. Επομένως, στην πράξη της παρατήρησης εκείνο που τελικά αντιλαμβανόμαστε είναι οι ιδιόρρυθμες και ιδιοσύστατες υποκειμενικές αποδόσεις χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων που αντανακλούν και περιγράφουν τις δικές μας ιδιαίτερες αντιληπτικές «αντιδράσεις»-ανταποκρίσεις προς τις όποιες συστατικές ποιότητες και ιδιότητες των παρατηρούμενων αντικειμένων, οι οποίες επί της ουσίας παραμένουν άγνωστες σε εμάς.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι ο αντικειμενικός κόσμος, τον οποίο παρατηρούμε, προβάλλεται μέσα στην «οθόνη» της ατομικής συνειδητότητάς μας ως υποκειμενικός ιδιόρρυθμος εαυτός-«μεταφραστής» του παρατηρούμενου κόσμου! Και εκείνο που προκύπτει τελικά ως υποκειμενικό αντιληπτικό συμβάν είναι η ανάδυση ενός απατηλού κόσμου, καθώς αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως αντικειμενικό κόσμο υπάρχει μόνον μέσα στο πεδίο της δικής μας αντίληψης. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει πως ο ίδιος ο Κόσμος είναι απατηλός’ απλά δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι.

Εν τούτοις, με δεδομένο ότι μέσα από τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου κόσμου αποκαλύπτεται η ιδιορρυθμία αντίληψης, το εσωτερικό περιεχόμενο, το εσωτερικό «αντίκρισμα» του παρατηρητή, τελικά ο εξωτερικός κόσμος μας «ενημερώνει», μας «θυμίζει» τον Εαυτό μας, τι είμαστε! Το εσωτερικό «αντίκρισμα» του Κόσμου είναι ο Εαυτός! Η εξωτερική παρατήρηση του Κόσμου είναι πράξη Αυτογνωσίας! Επομένως, η εσωτερική παρατήρηση του Εαυτού είναι πράξη Κοσμογνωσίας! Εαυτός και Κόσμος πάντα έχουν κάτι αναλογικά κοινό: χαρακτηριστικά, ιδιότητες, ποιότητες που τους συνδέουν συστατικά, νομοτελειακά και λειτουργικά. Εαυτός και Κόσμος αλληλεπιδρούν συνεχώς, καθώς συναποτελούν ένα αδιάσπαστο Ενιαίο Όλον -απεριόριστη Μονάδα. Μέσα από αυτές τις δυναμικές κυκλικές αλληλεπιδράσεις προωθείται η συνολική εξέλιξη-εκδίπλωση του Συμπαντικού Οντικού-Πνευματικού Δυναμικού.

Τελικά, και ανεξάρτητα από τους κάθε είδους περιορισμούς, ο συνολικός αντιληπτικός “μηχανισμός”, ιδιαίτερα όταν είμαστε αρκετά συνειδητοί, δεν παύει να αποδίδει θαυμάσια αυτήν την εκπληκτική ωραιότητα, τη μαγεία της διακοσμημένης πραγματικότητας του Κόσμου και της οντολογικής σχέσης με αυτόν, προκαλώντας συχνά εκείνη τη συγκλονιστική εκστατική εμπειρία μέθεξης στο Υπέρτατο Μυστήριο της Ύπαρξης! Αλλά και αυτή η ικανότητα του ανθρώπου να σχηματοποιεί τη ροή της αντίληψής του, φανερώνει την Πνευματική Δημιουργική του Φύση, έστω και αν η εκδήλωσή της είναι υποκλιμακωμένη δραματικά μέσα στα εξαιρετικά περιορισμένα πρωτογενή στάδια της αναπτυσσόμενης ατομικής συνειδητότητας.

[Κείμενο του Ιωάννη Συλλαϊδή, υπευθύνου των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος», από το βιβλίο του «Ο Δρόμος της Γαλήνιας Αναζήτησης»]

123